ἑλλά

ἑλλά, , [dialect] Lacon. for καθέδρα, Hsch.:—also [full] Ἕλλα· Διὸς ἱερὸν ἐν Δωδώνῃ, Id.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἕλλα — Ἕλλᾱ , Ἕλλη fem nom/voc/acc dual Ἕλλᾱ , Ἕλλη fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Έλλα — (Αστρον.). Αστεροειδής που επισημάνθηκε στις 31 Αυγούστου 1935. Το φαινόμενο μέγεθός του στη μέση αντίθεσή του είναι περίπου 17,1 και σε απόσταση μίας αστρονομικής μονάδας από τη Γη και από τον Ήλιο 10,23. Διεθνώς ονομάζεται Ella 435 …   Dictionary of Greek

  • .ελλ' — ἑλλά̱ , ἑλλά fem nom/voc/acc dual ἑλλά̱ , ἑλλά fem nom/voc sg (doric aeolic) ἑλλαί , ἑλλά fem nom/voc pl ἑλλέ , ἑλλός a young deer masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλάσαι — ἐλλά̱σᾱͅ , ἐν λάω 1 pres part act fem dat sg (doric) ἐλλά̱σᾱͅ , ἐν λάω 2 seize pres part act fem dat sg (doric) ἐλλά̱σᾱͅ , ἐν λάζω fut part act fem dat sg (doric) ἐν λάζω aor inf act ἐλλάσαῑ , ἐν λάζω aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἕλλαν' — Ἕλλᾱνα , Ἕλλην the Thessalian tribe of which Hellen was the reputed chief masc/fem acc sg (doric aeolic) Ἕλλᾱνι , Ἕλλην the Thessalian tribe of which Hellen was the reputed chief masc/fem dat sg (doric aeolic) Ἕλλᾱνε , Ἕλλην the Thessalian… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλλανοδικοῦσιν — ἑλλᾱνοδικοῦσιν , ἑλλανοδικέω to be a judge at the games pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric) ἑλλᾱνοδικοῦσιν , ἑλλανοδικέω to be a judge at the games pres ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλλανοδικούντων — ἑλλᾱνοδικούντων , ἑλλανοδικέω to be a judge at the games pres part act masc/neut gen pl (attic epic doric) ἑλλᾱνοδικούντων , ἑλλανοδικέω to be a judge at the games pres imperat act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλλανοδικῶν — ἑλλᾱνοδικῶν , ἑλλανοδίκας masc gen pl ἑλλᾱνοδικῶν , ἑλλανοδικέω to be a judge at the games pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλλανοδίκας — ἑλλᾱνοδίκᾱς , ἑλλανοδίκας masc acc pl ἑλλᾱνοδίκᾱς , ἑλλανοδίκας masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλλανοδίκης — ἑλλᾱνοδίκης , ἑλλανοδίκας masc nom sg ἑλλᾱνοδίκης , ἑλλανοδικέω to be a judge at the games imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλλανίας — Ἑλλᾱνίᾱς , Ἑλλάνιος fem acc pl Ἑλλᾱνίᾱς , Ἑλλάνιος fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.